Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Χαιρετισμός

ΦΩΤΙΟΣ Ο Β΄
Οἰκουμενικός Πατριάρχης
1874- 1935

Φώτιος ὁ Β' καὶ ἡ Ἑνότης τῆς Ὀρθοδοξίας
Ὑπὸ Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου κ. Γεωργίου Τσέτση

Μὲ πολλὴ συγκίνηση καὶ αἰσθήματα χαρᾶς ἀνέρχομαι στὸ βῆμα, ἐκφράζων πρώτα τὴν βαθειά μου εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Σεπτό μας Προκαθήμενο, τὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κύριο, κύριο Βαρθολομαῖο, γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ τιμὴ τὴν ὁποία μοῦ ἐπεφύλαξε, ἀναθέτοντας στὴν ἐλαχιστότητά μου τὴν φροντίδα ἐκφωνήσεως τοῦ ἐγκωμιαστικοῦ λόγου τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀφιερωμένη στὸν ἀλήστου μνήμης Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Φώτιο τὸν Β´. Εὐχαριστῶ, Παναγιώτατε, γιὰ τὴν πατρικὴ αὐτὴ χειρονομία Σας, καὶ γιὰ τὴν εὐκαιρία ποὺ μοῦ παρέχετε ὅπως εὑρεθῶ σήμερα ἐν μέσῳ ὅλων ὑμῶν, στὸν πολὺ οἰκεῖο γιὰ μένα ἱερὸ αὐτὸ χῶρο.

Θερμὲς εὐχαριστίες καὶ συγχαρητήρια ἀπευθύνω ἀκολούθως στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Πριγκηποννήσων κ. Ἰάκωβο, τὸν καὶ ἐμπνευστὴ καὶ διοργανωτὴ τῆς ὀφειλετικῆς αὐτῆς ἐκδηλώσεως, ποὺ πραγματοποιεῖται εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος κατεδαπάνησε ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας γενικά, καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου στὴν πρώτη τῆς Ὀρθοδοξίας Καθέδρα, στὸ κλεινὸ Φανάρι, συνέβησαν πολλὰ μεγάλα καὶ θαυμαστά, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια.

Γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Πριγκήπου ὁ Πατριάρχης Φώτιος, ὁ κατὰ κόσμον Δημήτριος Μανιάτης, ποὺ εἶδε τὸν γαλανὸ οὐρανὸ καὶ ὠσφράνθη τὴν αὔρα τῆς Προποντίδος γιὰ πρώτη φορά, τὴν 16η Νοεμβρίου τοῦ 1874. Γόνος, ὁ τιμώμενος σήμερα Πατριάρχης, τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ νησιοῦ, τὸ ὁποῖο ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλῶς φαίνεται, ἐν μέσῳ ἐλαφρᾶς ὁμίχλης, ὡς θόλος ναοῦ, καθὼς ἔγραφε μὲ κάποια ποιητικὴ διάθεση ὁ Ἐκκλησιαστικὸς Ἀγγελιαφόρος, τὸ περιοδικό τῆς ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Εὐλόγιο Ἐκκλησίας τῆς Ῥωσσικῆς Διασπορᾶς στὸ Παρίσι, ἐπ᾽ εὐκαιρία τῆς ἀναρρήσεως τοῦ Φωτίου στὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο. Τέκνο, ὁ Πρῶτος τῆς Ὀρθοδοξίας Ἐπίσκοπος, τοῦ γοητευτικοῦ αὐτοῦ νησιοῦ, ποὺ γιὰ τὸν ἐφήμερο ἐπισκέπτη καὶ τὸν ἑτερόδοξο ἢ ἑτερόθρησκο παραθεριστὴ ἴσως μυρίζει πεῦκο καὶ γιασεμὶ καὶ θαλασσινὴ ἁρμύρα, ἀλλὰ γιὰ τὸν πριγκηπιανὸ καὶ τὸν ρωμιὸ τῆς Πόλης, εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ μιὰ διάχυτη ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς, ποὺ ἀναδύεται, αἰῶνες τώρα, ἀπὸ τὰ ἱστορικά του Μοναστήρια, τὰ γραφικά του Ἡσυχαστήρια, καὶ τοὺς περικαλλεῖς Ναούς του.

ἐκκλησιαστικὴ σταδιοδρομία τοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β´ ὑπῆρξε ἄκρως ἐνδιαφέρουσα. Ἐγκαινιάσθηκε τὸ ἔτος 1902 στὴν Φιλιππούπολη, ὅπου, μετὰ τὶς θεολογικὲς καὶ φιλοσοφικές του σπουδὲς στὰ Πανεπιστήμια τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μονάχου, καὶ σὲ μιὰ περίοδο σκληρῶν δοκιμασιῶν καὶ ὠδίνων γιὰ τὸ Γένος καὶ τὴν Ἐκκλησία, ὁ ἡλικίας 28 ἐτῶν φέρελπις αὐτὸς κληρικός, ἀνελάμβανε διακονία στὸ πλευρὸ τοῦ ἐκ πατρὸς θείου του, Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως Φωτίου, πρῶτα ὡς Ἀρχιδιάκονος καὶ Ἱεροκήρυξ, καὶ στὴ συνέχεια ὡς Πρωτοσύγκελλος τῆς Θεοσώστου αὐτῆς Ἐπαρχίας.

Οἱ διοικητικὲς καὶ ποιμαντικὲς ἱκανότητες τοῦ Φωτίου δὲν πέρασαν ἀπαρατήρητες στὸ Σεπτὸ Κέντρο. Διὰ τοῦτο, ὅταν τὸ 1906 οἱ Ἱεράρχαι τοῦ Θρόνου ἐξεδιώκοντο μὲ βία ἀπὸ τὴν Ῥωμυλία καὶ τὴν Βουλγαρία, ἡ Ἐκκλησία τὸν διώριζε Γενικὸ Πατριαρχικὸ Ἐπίτροπο, ἀναθέτοντάς του οὐσιαστικὰ τὴν διαποίμανση καὶ διοίκηση τῶν ἀπορφανισμένων Ἐπαρχιῶν τοῦ Θρόνου, στὴν ταραγμένη ἀπὸ φυλετικὲς καὶ ἐθνικιστικὲς ἔριδες περιοχὴ αὐτή. Ἀποστολὴ τὴν ὁποία ὁ Φώτιος ἐξεπλήρωσε μὲ πίστη καὶ ζῆλο καὶ καρτερία ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια, μέχρι τὴν ἀπέλασή του ἀπὸ τὶς Βουλγαρικὲς Ἀρχές, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1914. Καθὼς ὑπογράμμιζε στὸν ἐπικήδειο ποὺ εἶχε ἐκφωνήσει κατὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου, ὁ τότε Ἀρχιγραμματεὺς τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερὰς Συνόδου, καὶ μετέπειτα Μητροπολίτης Περγάμου Ἀδαμάντιος ὁ Κασαπίδης, ἡ Φιλιππούπολις ἐν τῷ προσώπῳ του ἐγνώρισε τὸν σθεναρὸν καὶ καρτερικὸν ὑπέρμαχον τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους.

πολύπλευρη ὅμως ποιμαντικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δρᾶσις τοῦ Φωτίου, συνεχίσθηκε μὲ τὸν ἴδιο πάντοτε ζῆλο, πρῶτα στὴν Μητρόπολη Κοζάνης, ὅπου διακονοῦσε ὡς Τιτουλάριος Ἐπίσκοπος Εἰρηνουπόλεως καὶ βοηθὸς τοῦ μετατεθέντος στὴν Ἐπαρχία αὐτὴ θείου του, ἀκολούθως δὲ στὴν Μεγαλώνυμο Κοινότητα Σταυροδρομίου, ὅπου εἴχε τοποθετηθεῖ ὡς Ἀρχιερατικῶς Προϊστάμενος, (στὸ μεταξὺ εἶχε προαχθεῖ σὲ ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολίτης Φιλαδελφείας). Τὸ πολυδιάστατο κοινωνικό του ἔργο στὸ Σταυροδρόμι ὑπὲρ τῶν ἐνδεῶν καὶ ἀποκλήρων, ἔμεινε παροιμιῶδες. Ὅπως δὲ ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀδαμάντιος Κασαπίδης, ἀναφερόμενος στὴν διακονία τοῦ Φωτίου στὸ Πέρα, ἐν τῷ προσώπῳ του... ἡ μεγάλη εἰς εὐσέβειαν καὶ ἀρετὴν Κοινότης τοῦ Σταυροδρομίου ἐγνώρισε τὸν ἀκούραστον ἐργάτην τῆς φιλανθρωπίας, ἥτις ἔσωσε τὴν ζωὴν χιλιάδων δυστυχισμένων ὑπάρξεων.

λλὰ καὶ ἡ πενταετὴς περίπου ἀρχιερατεία τοῦ Φωτίου στὴν Γεροντικὴ Μητρόπολη Δέρκων, ὑπῆρξε ἄκρως ἐνδιαφέρουσα καὶ καρποφόρος. καὶ τοῦτο, ὄχι μόνο στὰ πλαίσια τῆς ποιμαντορίας του στὴν σημαντικὴ αὐτὴ Ἐπαρχία τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκεῖνα τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς του στὴν συνδιοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Νὰ μὴ λησμονεῖται ὅτι τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, (ἀλλὰ καὶ μέχρις ἐσχάτων), οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ ἐποίμαιναν τὶς δύο ὅμορες πρὸς τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Κωνσταντινουπόλεως Γεροντικὲς Μητροπόλεις Χαλκηδόνος καὶ Δέρκων, διεδραμάτιζαν ρόλο πρωταγωνιστικό, ἂν ὄχι ρυθμιστικό, στὰ ἐν Φαναρίῳ δρώμενα. Ἔτσι, καὶ ὁ Δέρκων Φώτιος, ὡς Συνοδικὸς πάρεδρος καὶ ὡς μέλος πολλῶν Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, μετεῖχε ἐνεργὰ στὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνέδραμε ἀποφασιστικὰ στὴν ἀποκρυστάλλωση τῶν θέσεων τοῦ Θρόνου, ἐπὶ θεμάτων διορθοδόξου καὶ διαχριστιανικοῦ ἐνδιαφέροντος, κομίζοντας τὶς πολύτιμες ἐμπειρίες ποὺ εἶχε ἀποκτήσει κατὰ τὸ διάστημα τῆς εἰκοσαετοῦς περίπου διακονίας του στὰ προκεχωρημένα φυλάκια τῆς Ἐκκλησίας στὸν χῶρο τῆς Βαλκανικῆς.

Ὅταν ἐχήρευσε ὁ Θρόνος τὴν 29η Σεπτεμβρίου 1929, ἔπειτα ἀπὸ τὴν πρὸς Κύριον ἐκδημία τοῦ Πατριάρχου Βασιλείου τοῦ Γ´, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἔστρεψε πολὺ φυσικὰ τὸ βλέμμα της στὸν Δέρκων Φώτιο, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ εἶχε ἐπιβληθεῖ στὴν συνείδηση τῶν συνεπισκόπων του ὡς μία ταλαντοῦχος καὶ ἐξαιρετικὴ φυσιογνωμία, μὲ ὑποδειγματικὸ ποιμαντικὸ ἔργο καὶ πλούσια κοινωνικὴ προσφορά. Τοιουτοτρόπως, ἡ Ἐνδημοῦσα Συνοδός, ἔχουσα συμψήφους καὶ τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον τελοῦντας Μητροπολίτας καὶ Ἀρχιεπισκόπους, τὸν ἐξέλεξε παμψηφεὶ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως σὲ ἡλικία 55 μόλις ἐτῶν.

Καθὼς τόνιζε ὁ Μιλήτου Αἰμιλιανὸς στὸν Προσαγορευτήριο λόγο του κατὰ τὴν τελετὴ τῆς ἐνθρονίσεως τοῦ Πατριάρχου, κλῆρος καὶ λαὸς τοῦ Θρόνου εἶχαν μεγάλες προσδοκίες ἀπὸ τὸν νέο Προκαθήμενο. Τὴν πλήρωσιν τῆς προσδοκίας, ἔλεγε, θεωροῦμεν οἱ πάντες ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν, καλῶς γνωρίζοντες ὅτι ἱεροπρεπῶς καὶ ἀξίως τῆς κλήσεώς σου ἐπορεύθης ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου, καὶ ἀναλύοντας τὴν ἀνωτέρω φράση, συνέχιζε παρατηρώντας ὅτι τὸν ἔπαινον τῆς διακονίας σου ἐξήγγειλαν τῇ Ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἡ Φιλιππούπολις, ἡ Κοζάνη, ἡ πολύτεκνος καὶ πλουσία εἰς ἔργα φιλογενοῦς εὐσεβείας Κοινότης Σταυροδρομίου, ἡ Γεραρὰ τῶν Δέρκων Μητρόπολις καὶ ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος. Καὶ διηγήσαντο ἀλληλοδιαδόχως, προσέθετε ὁ Μιλήτου Αἰμιλιανός, τὴν ἐγκαρτέρησίν σου, τὴν σοφὴν συναρωγήν σου εἰς τὸ ποιμαντικὸν ἔργον, τὸν ἔνθεον ζῆλον σου, τὴν ἁγνὴν καὶ ἄφθονον φιλανθρωπίαν σου, τὴν σώφρονα καὶ ἀνορθωτικὴν ποιμαντορίαν σου, τὴν πολύτιμον συμβολήν σου εἰς τὸ διοικητικὸν τῆς Ἐκκλησίας ἔργον.

Σχολιάζοντας τὸ παρασκήνιο τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δέρκων Φωτίου στὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο, ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἱστορικὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καθηγητὴς κ. Βασίλειος Σταυρίδης, παρατηρεῖ ὅτι ἡ εἰς τὸν θρόνον ἄνοδος τοῦ Φωτίου Β' ὠφείλετο κατὰ πολὺ εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ὑποστήριξιν τῆς ὑπὸ τὸν Σάρδεων Γερμανὸν μερίδος τῶν ἀρχιερέων. Σημειωτέον ὅτι τὸ ἴδιον διατείνεται, καὶ ὁ διατελέσας Δευτερεύων τῶν Πατριαρχείων, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Μελετίου Δ´ τοῦ Μεταξάκη, λόγῳ τῶν φιλοβασιλικῶν του φρονημάτων, ἀποπεμφθεὶς ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Αὐλή, καὶ ἀκολούθως ἀποσχηματισθείς, Δημήτριος Μαυρόπουλος. Παρατηρῶν ὅμως μὲ οὐκ ὀλίγη κακεντρέχεια, ὅτι ὁ Σάρδεων Γερμανὸς ἐστάθη συμπαραστάτης τοῦ Δέρκων Φωτίου, μὲ τὴν ὑστεροβουλίαν νὰ χειραγωγῇ τοῦτον ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπατηθεὶς ὅμως στὶς προβλέψεις του, διότι ἀπὸ τὴν ἐπαύριον τῆς ἐγκαθιδρύσεώς του, Φώτιος ὁ Β´ ὑπέδειξε τῷ Σάρδεων Γερμανῷ, ὅτι ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ αὐστηρῶς Συνοδικά του καθήκοντα, ἀποφεύγων ἐπιμελῶς πᾶσαν ἀνάμιξιν εἰς τὰ Πατριαρχικὰ καθήκοντα. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποδεικνύει τὸ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἀνδρός, ὅπως καὶ τὴν πρόθεσή του νὰ διοίκησῃ τὴν Ἐκκλησία ἀνεπηρέαστος καὶ μὲ γνώμονα τὸ συμφέρον τοῦ Θρόνου καὶ ὄχι τὶς ἐπιδιώξεις τῆς μιᾶς ἢ ἄλλης παρατάξεως.

Φώτιος ὁ Β´ παρέμεινε στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο μόλις ἐπὶ πέντε ἔτη καὶ τρεῖς μῆνες. Ἀπὸ τὴν 7η Ὄκτωβριου 1929 μέχρι τὴν 29η Δεκεμβρίου 1935, ὅταν ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ τὸν μετεκάλεσε ἐν αὐτῇ τῇ ἀκμῇ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ, εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν καὶ μακαριότητα. Στὸ σχετικά, ὅμως, σύντομο αὐτὸ διάστημα τῆς πατριαρχίας του, καὶ μάλιστα σὲ καιροὺς χαλεποὺς γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος, ὁ Οἰκουμενικὸς Θρόνος ἀνέλαβε σειρὰ πρωτοβουλιῶν οἱ ὁποῖες σφράγισαν τὴν νεώτερη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι μόνο τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ γενικὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

κατάλογος Πεπραγμένων τῆς πατριαρχίας Φωτίου τοῦ Β´, ποὺ δημοσιεύθηκε, ὑπὸ τύπον κατακλεῖδος καὶ εἰς μνημόσυνον τῶν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησιὰς τιμίων πόνων τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου, στὸ ἔκτακτο πένθιμο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Ὀρθοδοξία, εἶναι ὄντως ἐντυπωσιακός, καὶ ὁμιλεῖ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ γιὰ τὸ τιτάνειο ἔργο ποὺ ἀνέλαβε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κατὰ τὴν πενταετία αὐτή, γιὰ τὴν ἐπίλυση πλείστων ὅσων σπουδαίων ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἀφορώντων μερικώτερόν τε τὸν Θρόνον ἐσωτερικῶς καὶ γενικώτερον τὴν εὐθύνην τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ὡς Προκαθημένης τοῦ συγκροτήματος τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Πράγματι, στὸ σύντομο αὐτὸ χρονικὸ διάστημα τῆς πατριαρχίας τοῦ Φωτίου Β´, βρῆκαν αἴσια λύση πολλὰ προβλήματα ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ὑφῆς, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἀπασχολοῦσαν τὸν Θρόνο. Δὲν θὰ εἶναι δὲ ὑπερβολὴ ἂν λεχθῇ ὅτι συγκριτικά, κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἔγιναν πράγματα πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχαν ὑλοποιηθεῖ κατὰ τὸ πενταπλάσιο περίπου διάστημα (24 χρόνια) τῆς πατριαρχείας τοῦ μεγάλου Πατριάρχου Ἀθηναγόρου. Ἕνα δὲ μέγιστο ἐπίτευγμά του, ἄμεσα συνδεόμενο μὲ τὸν πανάρχαιο θεσμὸ τοῦ Πατριαρχείου καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Προκαθημένου του, ἦταν ἡ ἀναγνώριση τῆς ἰδιότητός του ὡς Πατριάρχου ἀπὸ τὶς Τουρκικὲς Ἀρχές, οἱ ὁποῖες γιὰ πολὺ καιρὸ τὸν θεωροῦσαν ἁπλῶς ὡς πρωτόπαπα τοῦ ἐν Φαναρίῳ ρωμαίηκου πατριαρχείου. Ὅπως ἀναφέρει ὁ σεβαστὸς δάσκαλός μας, Μητροπολίτης Γέρων Ἐφέσου κ. Χρυσόστομος, ὁ Πατριάρχης Φώτιος ἐπὶ ἐνάμισυ χρόνο δὲν δεχόταν καὶ δὲν ἄνοιγε φακέλλους ποὺ δὲν ἀνέγραφαν τὸν τίτλο "πατριάρχης". Kαὶ ἐνεργοῦσε ἔτσι διότι, ὅπως ἔλεγε προ τινων ἡμερῶν ὁ Σεπτός μας Προκαθήμενος, κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Συνεδρίου γιὰ τὸ Παρὸν καὶ τὸ Μέλλον τῆς Πόλης, ἡ οἰκουμενικότης τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς Πατριαρχείου δὲν εἶναι ἀπότοκος συμβατικῶν τινων ρυθμίσεων τῶν ὑστέρων τούτων χρόνων, οὔτε τίτλος ψιλὸς καὶ κενὸς περιεχομένου. Εἶναι ὑπόθεσις ἐκκλησιολογικῆς οὐσίας καὶ τάξεως, ἐπέκεινα τῶν ἁπλῶς ἀνθρωπίνων μέτρων καὶ σταθμῶν εὑρισκομένη. Τελικά, ἡ μακρὰ καὶ ἄκαμπτη αὐτὴ στάση (τοῦ Φωτίου), ξεπέρασε τὴν κρίση, καθὼς ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Ἐφέσου. Καὶ τοῦτο διότι ὁ φρουρῶν ἐφρούρει. Διότι ἡ Ἐκκλησία εἶχε βρεθεῖ μὲ Ἀρχηγόν, ἔχοντα ὑπέροχον ἠθικὴν ἀποφασιστικότητα, σύνεσιν χειραγωγοῦσαν, ἐπιμονὴν ἀλύγιστον, ὅπως ἀποφαινόταν, ὡς Μητροπολίτης Λαοδικείας, ὁ ἀλησμόνητος ποιμενάρχης τῆς θεοσώστου αὐτῆς Ἐπαρχίας, μακαριστὸς Μητροπολίτης Δωρόθεος.

Τὰ περιωρισμένα πλαίσια μιᾶς σύντομης ὁμιλίας δὲν ἐπιτρέπουν βέβαια τὴν διεξοδικὴ ἔκθεση τοῦ πολυδιάστατου ἔργου τοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β´ στοὺς τομεῖς τῆς λατρείας, τῆς θεολογικῆς παιδείας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς οἰκονομικῆς εὐστάθειας τοῦ Πατριαρχείου, τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς, τῆς ἐπανδρώσεως τῆς Τροφοῦ μας Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης μὲ καθηγητικὰ στελέχη, μετεκπαιδευμένα σὲ διάφορες Θεολογικὲς Σχολὲς ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ὅπως δὲν ἐπιτρέπουν τὴν λεπτομερὴ ἀναφορὰ στὸν ἐπιδέξιο ἐκεῖνο Φαναριωτικό, (μὲ τὴν σωστὴ σημασία τῆς λέξεως), διπλωματικό του ἑλιγμό, ὁ ὁποῖος ἐξουδετέρωσε τὶς προσπάθειες τῶν Ἰταλικῶν κατοχικῶν Δυνάμεων νὰ ἀποσπάσουν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὶς Ἐπαρχίες τῆς Δωδεκανήσου, παρέχοντας σ᾽ αὐτὲς Αὐτοκεφαλία. Ὅπως ἐπίσης, δὲν δίνουν δυνατότητα ἀναλύσεως καὶ τῶν πρωτοβουλιῶν ἐκείνων τοῦ Φωτίου Β´, ποὺ ἀποσκοποῦσαν:

α) στὴν εἰρήνευση  τῶν δύο προβληματικῶν, τότε, ὑπερπόντιων Ἐπαρχιῶν τοῦ Θρόνου, τῆς Αὐστραλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς.

β) ἡ στὴν ἐπανεργοποίηση τῆς διακοπείσης γιὰ δέκα χρόνια διαδικασίας προπαρασκευῆς τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, (τὴν ὁποία εἶχε ξεκινήσει τὸ 1923 τὸ Πανορθόδοξο Συνέδριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως).

γ) ἡ ἀκόμη στὴν σύσφιγξη τῶν σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμό, εἰδικώτερα μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς τότε φορεῖς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενο αὐτοτελοῦς μελέτης. Διὰ τοῦτο νὰ ἐπιτραπῇ στὸν ὁμιλοῦντα ὅπως ἀρκεσθῇ μόνο στὶς πρωτοβουλίες ἐκεῖνες Φωτίου τοῦ Β´ ποὺ ἀπέβλεπαν στὴν διασφάλιση τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἑνότητος τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόσο σὲ τοπικό, ὅσο καὶ σὲ Πανορθόδοξο ἐπίπεδο. Στὰ ὅσα δηλ. ἔπραξε ὁ ρηξικέλευθος αὐτὸς Πατριάρχης στὸ ζωτικὸ καὶ καίριο ζήτημα τοῦ νοικοκυρεύματoς τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδοξίας:

α) παρέχοντας κανονικὴ κάλυψη στὰ Ὀρθόδοξα ἐκεῖνα ἐκκλησιαστικὰ σχήματα, τὰ ὁποῖα βρίσκονταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μετέωρα στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερική,

β) παρεμβαίνοντας, δίκην εἰρηνοποιοῦ, σὲ ἐσωτερικὲς διαμάχες ποὺ ταλαιπωροῦσαν τότε διάφορες κατὰ τόπους Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καὶ

γ) προλειαίνοντας τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ἄρση τοῦ ὀδυνηροῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος.

*   *   *

Τὴν πρόθεσή του ὅπως, μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Πρώτου, ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου καταλλαγῆς καὶ συνεργασίας, ὁ Πατριάρχης Φώτιος τὴν εἶχε κοινοποιήσει urbi et orbi  στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του. Τὰ ὑψηλὰ τοῦ Θρόνου προεδρικὰ καθήκοντα ἐπιτελῶν, τόνιζε, ἐν σύμπνοιᾳ πάντοτε μετὰ τῆς τοῦ Θρόνου Ἱεραρχίας καὶ ἐν στενῇ ἐπαφῇ μετὰ πασῶν τῶν Ἁγιωτάτων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, αἴτινες ἀποτελοῦσι τὴν Μίαν Ἁγίαν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, θέλω προσπαθήσῃ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ μεγάλα ζητήματα, ἅπερ ἀπασχολοῦσι τὴν ὅλην Ἁγίαν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, νὰ κατευθύνῳ ταῦτα, ὄντως ὥστε νὰ λάβωσι τὴν προσήκουσαν λύσιν καὶ τοιαύτην τινὰ κατεύθυνσιν, ὥστε οἱ ἀμοιβαῖοι δεσμοὶ τῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἀγάπης νὰ ὦσιν ὡς οἷόν τε πάντοτε ἐμφανέστεροι καὶ ἐν πᾶσι νὰ ἐκφαίνηται καὶ τεκμηριῶται ἡ συνέχουσα τὸ ὅλον ἁρμονικὴ σχέσις καὶ συνάφεια. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπανέλαβε τόσο στὶς ἐπὶ Συνόδου προγραμματικές του δηλώσεις, ὑπογραμμίζοντας ὅτι μέλημα τῆς προσοχῆς καὶ ἐνεργείας ἡμῶν ἔσονται τὰ γενικὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα τὰ νῦν τὴν καθόλου Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν ἀπασχολοῦντα, ὅσο καὶ στὴν Εἰρηνική του ἐπιστολή, μὲ τὴν ὁποία παρεῖχε στοὺς Ὀρθοδόξους Προκαθημένους τὴν διαβεβαίωση ὅτι θὰ κατέβαλλε κάθε δυνατὴ προσπάθεια περί τε τὴν τήρησιν τῆς ἑνότητος τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καὶ περὶ τὴν προαγωγὴν πάντοτε τῶν τῆς τακτικῆς ἀδελφικῆς σχέσεως καὶ συνεργασίας δεσμῶν, ἐπὶ τῷ κοινῷ ἀγαθῷ τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Τοιουτοτρόπως, πάνω στὴν γραμμὴ τὴν ὁποία εἶχε χαράξει ὁ Πατριάρχης Φώτιος Β´ ἀκολουθώντας, ἐξ ἄλλου, τὴν πάγια πράξη τῶν προκατόχων του, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔφερε κάποια τάξη στὸν χῶρο τῆς ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, (ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ σήμερα), ἔδινε μιὰ ἥκιστα κολακευτικὴ εἰκόνα τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Δύση. Ἔτσι, τὸ Φανάρι:

α) ἔδωσε κανονικὴ κάλυψη στὴν Ἐξαρχία τῆς Ῥωσσικῆς Διασπορᾶς τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, δεχόμενο τὴν περὶ ὑπαγωγῆς στὸ θρόνο αἴτηση τοῦ Μητροπολίτου Εὐλογίου,

β) παρέσχε Αὐτόνομο καθεστώς, ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Λατβίας, καὶ

γ) ἐδέχθη στὴν Ὀρθοδοξία τοὺς Οὐκρανικῆς προελεύσεως Οὐνῖτες τοῦ Νέου Κόσμου, τάσσοντας αὐτοὺς ὑπὸ τὸ Ὠμοφόριο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς.

Καθὼς ἐλέχθη ἀνωτέρω, Φώτιος ὁ Β´, μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Πρώτου τῆς Ὀρθοδοξίας Ἐπισκόπου, καὶ ρυθμιστοῦ τῶν ὀρθοδόξων πραγμάτων, παρενέβη δυναμικὰ προκειμένου ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ εἰρήνη σὲ διάφορες ἐμπερίστατες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ποὺ κλονίζονταν ἀπὸ ἐσωτερικὲς ἔριδες.

Μιὰ πρώτη εἰρηνική του παρέμβαση ἔγινε στὸ πρεσβυγενὲς Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τὸ ὁποῖο ἐταλανίζετο γιὰ πολὺ καιρό, λόγῳ τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Τριπόλεως Ἀλεξάνδρου στὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο Ἀντιοχείας ἀπὸ μερίδα Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ὕπατη Ἀρμοστεία τῆς Γαλλίας στὴν Συρία. Ὁ Πατριάρχης Φώτιος στὴν προκειμένη περίπτωση ἐνήργησε πρὸς δύο κατευθύνσεις. Ἀφ᾽ ἑνός, ἔπεισε τοὺς Προκαθημένους τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νὰ ἀναγνωρίσουν ὡς κανονικὸ Πατριάρχη Ἀντιοχείας τὸν ἀπὸ Τριπόλεως Ἀλέξανδρο, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἔστειλε στὴ Δαμασκὸ ὡς ἀντιπρόσωπό του τὸν Μητροπολίτη Τραπεζοῦντος Χρύσανθο, μὲ τὴν ἐντολὴ ὅπως, σὲ συνεργασία μὲ ἐκπροσώπους τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας καὶ Ἱεροσολύμων, πείσῃ τὴν διισταμένη μερίδα τῆς Ἀντιοχειανῆς Ἱεραρχίας νὰ ἄρῃ τὶς ἐπιφυλάξεις της, ἀναγνωρίζοντας ὡς Προκαθήμενό της τὸν κανονικὰ ἐκλεγέντα Πατριάρχη Ἀλέξανδρο. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπετεύχθη.

ναφερόμενος στὸ αἴσιο τέλος τῆς δυσάρεστης αὐτῆς διαμάχης, ὁ Μητροπολίτης Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος παρατηροῦσε ὅτι ἡ ἐνδελεχὴς ἐνέργεια τοῦ Πατριάρχου Φωτίου νὰ ἐξασφάλισῃ στὸν Ἀντιοχείας Ἀλέξανδρο πανορθόδοξη ἀναγνώριση, συνετέλεσε ἀποφασιστικὰ ὅπως ἡ ἐκλογή του τύχῃ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀνωτάτων πολιτικῶν ἀρχῶν τῆς Συρίας ἐπικυρώσεως.

Φώτιος ὁ Β´ διεδραμάτισε ρόλο εἰρηνοποιοῦ καὶ στὴν ἐπίλυση ἑνὸς ἄλλου κανονικῆς φύσεως προβλήματος, τὸ ὁποῖο εἶχε δημιουργηθεῖ στὴν Ἐκκλησία Κύπρου, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀμφισβητήσεως ἀπὸ Κυκκῶτες πατέρες, τῶν κανονικῶν δικαιωμάτων τῆς Αὐτοκεφάλου Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου ἐπὶ τῆς Σταυροπηγιακῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου.

πως εἶναι γνωστό, στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, ἡ Ἐκκλησία Κύπρου βρισκόταν σὲ δεινὴ κατάσταση. Διότι ἀφ᾽ ἑνός, οἱ Μητροπολῖται Κιτίου Νικόδημος καὶ Κυρήνειας Μακάριος, θεωρηθέντες ἀπὸ τὸν Ἄγγλο Κυβερνήτη τῆς Κύπρου πρωταίτιοι μιᾶς λαϊκῆς ἀπελευθερωτικῆς ἐξεγέρσεως, εἶχαν ἐξορισθῇ τὸν Νοέμβριο τοῦ 1931 μαζὺ μὲ ἄλλους λαϊκοὺς παράγοντας τῆς νήσου, καὶ ἀφ᾽ ἕτερου, τὸ 1933 ἀπέθνησκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Γ´. Τοιουτοτρόπως, ἡ Ἐκκλησία Κύπρου, ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀριθμοῦσε τέσσερις μόνο ἐκκλησιαστικὲς Ἐπαρχίες, (ἐκεῖνες τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς περιφέρειας, τῆς Πάφου, τῆς Κιτίου καὶ τῆς Κυρήνειας), ἕμενε γιὰ πολλὰ χρόνια (μέχρι τὸ 1947) ἀκέφαλη καὶ οὐσιαστικὰ ἀκυβέρνητη, μιὰ καὶ ὁ μόνος ἐναπομείνας στὴν Κύπρο Ἱεράρχης, ὁ Πάφου Λεόντιος, δὲν εἶχε πολλὰ περιθώρια δράσεως ἄνευ Συνόδου. Ἀκριβῶς σὲ μιὰ τέτοια κρίσιμη περίοδο, ἡ παντοδύναμη Ἱ. Μονὴ Κύκκου ἤγειρε θέμα ἐξουσίας, παρερμηνεύοντας παλαιὰ Πατριαρχικὰ γράμματα καὶ σιγίλλια, καὶ δημιουργῶντας, τοιουτοτρόπως, σοβαρὸ ἐσωτερικὸ περισπασμὸ στὴν χειμαζομένη αὐτὴ Ἐκκλησία.

νώπιον τῆς καταστάσεως αὐτῆς, τὸ ταγμένο στὴν διακονία συνόλης τῆς Ὀρθοδοξίας Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, δὲν μποροῦσε νὰ θεᾶται τὰ γενόμενα μὲ ἀδιαφορία καὶ ἀπάθεια. Διὰ τοῦτο, βλέπουμε τὸν Πατριάρχη Φώτιο Β´ νὰ ἀναλαμβάνῃ εἰρηνευτικὴ πρωτοβουλία καὶ νὰ ἀσκῇ τὸν ρυθμιστικὸ ρόλο τοῦ Πρώτου τῆς Ὀρθοδοξίας Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος, ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Μητροπολίτης Γέρων Ἐφέσου, συνίσταται εἰς τὸ νὰ παρεμβαίνει ὁσάκις τὰ πράγματα τὸ ἀπαιτοῦν καὶ εἰς τὸ νὰ εὑρίσκῃ τὰς ἁρμόζουσας λύσεις εἰς καταστάσεις ποικίλων ἐμπλοκῶν μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Ἔτσι λοιπὸν καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, καθὼς ἱστορεῖ ὁ Ἀδαμάντιος Κασαπίδης, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἔσπευσε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸν περισπασμὸν τοῦτον, διαφώτισαν δι᾽ ἐπὶ τούτῳ γραμμάτων αὐτοῦ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν παλαιῶν Πατριαρχικῶν σιγιλλίων καὶ γραμμάτων ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἀπόλυτα κανονικὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποκατάστησαν τὰ πράγματα εἰς τὴν τακτικὴν θέσιν αὐτῶν.

Μιὰ ἄλλη εἰρηνιστικὴ παρέμβαση τοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β´ καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου τὸν ὁποῖο ἐκλέϊζε, ἐκδηλώθηκε στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ προβλήματος, καὶ τῆς ἀντικανονικῆς ἐνέργειας τῶν πρωτεργατῶν τῆς ἀποστασίας, Μητροπολιτῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ Ζακύνθου Χρυσοστόμου, νὰ προβοῦν σὲ ἀθρόες χειροτονίες Ἐπισκόπων.

ς ἰστορεῖ ἕνα ἀνυπόγραφο σημείωμα στὸ ἐπίσημο περιοδικὸ τοΰ Θρόνου Ὀρθοδοξία σχετικὰ μὲ τὴν ἀνταρσία αὐτή, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μετὰ βαθυτάτου ἐνδιαφέροντος παρηκολούθησε τὸ ζήτημα, ἔπειτα δὲ ἀπὸ ἀλλεπάλληλες συνεδρίες τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου ἔσπευσεν ἵνα παράσχῃ ἔκθυμον τὴν συναντίληψιν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ σχετικὴ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β´ καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου τοῦ Α´, ὁμιλεῖ εὔγλωττα περὶ τοῦ πόνου τὸν ὁποῖο εἶχε δοκιμάσει ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὀδυνηρῆς αὐτῆς περιπέτειας τῆς ἐν Ἐλλάδι Θυγατρός της. Ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἔλεγε ὁ Πατριάρχης, μετ᾽ ἄφατου ὀδύνης καὶ λύπης ἐπληροφορήθη τὸ ἀπροσδόκητον τόλμημα τῶν τριῶν ἀρχιερέων... νὰ πλήξωσι τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν διὰ σχίσματος καὶ μετ᾽ αὐτῆς τὴν ἑνότητα τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ὕπατον ἀγαθὸν αὐτοῦ. Καὶ ἐξέφραζε τὴν πεποίθηση ὅτι ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἐλαμβάνοντο ὅλα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων μέτρα κατὰ τῶν τολμητιῶν ἀρχιερέων, πρὸς περιφρούρησιν τῆς ἁγίας παρακαταθήκης καὶ προφυλακὴν ἀθίκτου καὶ ἀκεραίας τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ εὐσεβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

Πατριάρχης Φώτιος Β´ δὲν ἀρκέσθηκε μόνο σ᾽ αὐτό. Ἀλλὰ καὶ μὲ τηλεγράφημα ποὺ ἔστειλε μέσῳ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἐπέπληττε τὸν ἀνήκοντα στὸ κλῖμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νεοχωρίτη Μητροπολίτη πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο γιὰ τὸ ἀνοσιούργημά του, καλῶντας αὐτὸν σὲ ὑπακοὴ καὶ πειθαρχία καὶ ὑπενθυμίζοντάς του ὅτι ἡ ἀθέτησις καὶ καταπάτησις τῶν ὅρκων τοὺς ὁποίους εἶχε δώσει τὴν ἡμέρα τῆς εἰς ἀρχιερέα χειροτονίας του στὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναό, περὶ ἰσοβίου ἀφοσιώσεως καὶ πειθαρχίας πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ὡς συνέπειαν θέλει ἔχη τὴν διαγραφὴν τοῦ ὀνόματος (τῆς ὑμετέρας Ἱερότητος) ἀπὸ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, διότι τὸ τόλμημα αὐτῆς καὶ τῶν μετ᾽ αὐτῆς συμπραττόντων δὲν στρέφεται παρὰ κατὰ τῆς θεοδμήτου Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ εὐσεβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

παρέμβαση τοῦ Πατριάρχου Φωτίου τοῦ Β´ στὸ ὀδυνηρὸ αὐτὸ ζήτημα τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ποὺ συνεχίζει δυστυχῶς νὰ ταλαίπωρῇ ὄχι μόνο τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, μιὰ καί, ὡς μὴ ὤφελε, ἁπλώθηκε δίκην καρκινώματος, στὸν Καύκασο, στὴν Βαλκανικὴ χερσόνησο, καὶ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, μέχρι τὰ βάθη τῆς Ἀφρικῆς, δὲν εἶχε τὴν αἴσια ἔκβαση ὅπως οἱ προηγούμενες ἐπιτυχεῖς ἐνέργειες του στὴν Ἀντιόχεια καὶ τὴν Κύπρο. Διὰ τοῦτο, ὁ εἰρηνοποιὸς αὐτὸς Πατριάρχης ἐπικράνθη σφόδρα καὶ ἐλυπήθη βαθύτατα. Ἴσως ὄχι τόσο γιὰ τὴν ἀποτυχία του νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν θυγατέρα Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅσο γιὰ τὸ ὅτι Ἱεράρχαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἕνας Ἀρχιερεὺς τοῦ Θρόνου, ταγμένοι νὰ εἶναι διδάσκαλοι τῆς πίστεως, ἔσπειραν ζιζάνια, διαίρεσαν τοὺς πιστοὺς καὶ ἔπληξαν τὴν ἑνότητα τῆς κατὰ Ἑλλάδα Ἐκκλησίας. Ὅπως ἔγραφε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι κτίσις καινή, ζωὴ ἐν ἁγιασμῷ, καὶ οὐχὶ νουμηνίαι καὶ ἡμερολόγια, ἔργα ἀνθρώπων ὑποκείμενα εἰς ἀτέλειαν.

Δὲν χωρεῖ ὅμως ἀμφιβολία ὅτι ἡ σημαντικώτερη, μὲ διορθόδοξες διαστάσεις, εἰρηνιστικὴ πρωτοβουλία τοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β´, σχετίζεται μὲ τὴν διευθέτηση τοῦ ἐπωδύνου Βουλγαρικοῦ Σχίσματος.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Πατριάρχης Φώτιος Β´, λίγους μῆνες μετὰ τὴν ἀνάρρησῄ του στὸν θρόνο, εἶχε συγκαλέσει, (τὸ 1930), στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπεδίου, τὴν (Διορθόδοξο) Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπή, προκειμένου ὅπως συνέχισῃ τὸ διακοπέν, λόγω τῶν περιστάσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἔργο τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1923). Μέλημα τῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν νὰ μελετήσῃ ἐπείγοντα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς ἀπὸ πολλοῦ ἀναμενόμενης Πανορθοδόξου Συνόδου (ἢ Προσυνόδου, ὅπως γινόταν λόγος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη) τὸ Πανορθόδοξο αὐτὸ Σῶμα, μεταξὺ ἄλλων, εἶχε ἀσχοληθεῖ διὰ μακρῶν καὶ μὲ τὸ θέμα τοῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος, ἔπειτα ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Ἀχρίδος Νικολάου, ὁ ὁποῖος ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, παρακαλοῦσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ὡς ἔλεγε, εἶναι δύσκολον εἰς ἡμᾶς νὰ παρακαθήσωμεν ἐν τῇ Προσυνόδῳ, ἄνευ τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, οὐδὲ θὰ ἧτο καλὸν νὰ συγκροτηθῇ αὕτη, ἄνευ ἁπασῶν τῶν βαλκανικῶν Ἐκκλησιῶν.

πρόταση τοῦ Μητροπολίτου Ἀχρίδος ἔγινε ἀντικείμενο διεξοδικῆς συζητήσεως στὴν Ὑποεπιτροπὴ ἡ ὁποία ἦταν ἐπιφορτισμένη μὲ τὴν ἐκπόνηση τοῦ θεματολογίου τῆς Προσυνόδου. Καὶ καθὼς φαίνεται ἀπὸ τὰ Πρακτικά, ὑπῆρχε συναίνεση στὸ νὰ διευθετηθῇ τὸ ταχύτερο δυνατὸν ἡ χρονίζουσα αὐτὴ ἀνωμαλία στὸ σῶμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τὸ πόρισμα τῆς Ὑποεπιτροπῆς ἐτέθη ὑπ᾽ ὄψιν τῆς ὁλομέλειας τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ἔπειτα ἀπὸ ὁμόφωνη δήλωση τῶν Συνέδρων ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος εἶναι ἐπείγουσα, ἀποφάσισε τὴν ἐπίλυσή του, ἀναθέτοντας μεσολαβητικὸ ρόλο στὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων. Τὴν ἀπόφαση αὐτὴ σαφῶς διευκόλυνε ἡ δήλωση τοῦ Μητροπολίτου Τραπεζοῦντος Χρυσάνθου ὅτι μεγάλη ἐπιθυμία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι, ὅπως ἴδῃ ἀντιπροσωπευομένην εἰς τὴν Προσύνοδον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἐγέννησεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ. Ὅπως διευκόλυνε τὴν ἀπόφαση καὶ ἡ διαβεβαίωσή του ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δὲν θὰ εἶχε ἀντίρρησιν νὰ δεχθῇ πᾶσαν μεσολάβησιν μιᾶς ἢ πλειόνων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἵνα οὕτω, διευθετουμένου τοῦ ζητήματος τούτου, πᾶσαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, ἡγουμένης τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, αἰσθανθῶσι χαράν, βλέπουσαι μεταξὺ αὐτῶν παρεδρεύουσαν ἐν τῇ μελλούσῃ Προσυνόδῳ καὶ τὴν Βουλγαρικὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀποκαθισταμένην πλήρη τὴν ποθητὴν ἑνότητα ἐν τῇ πρὸς παντοῖα κύματα παλαιούσῃ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ.

Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖο ταλαιπώρησε τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρες δεκαετίες, θὰ ἐξελισσόταν θετικὰ καὶ γρήγορα στὰ πλαίσια τῆς Προκαταρκτικῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, χωρὶς μιὰ πρωτοβουλία ποὺ εἶχε πάρει κάποτε ὁ εὐγενὴς τὸ ἦθος καὶ ἀριστοκράτης τοὺς τρόπους Φώτιος, ὡς Μητροπολίτης Δέρκων, τείνοντας χεῖρα συμφιλιώσεως στὴν Ἐκκλησία Βουλγαρίας. Ἕνα γράμμα τοῦ (βουλγάρου) Μητροπολίτου Βιδυνίου Νεοφύτου, ποὺ εἶχε ἀποσταλεῖ στὸν Φώτιο ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναρρήσεώς του στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, μᾶς πείθει ὅτι χωρὶς τὴν καλοπροαίρετη αὐτὴ κίνηση τοῦ Φωτίου, δὲν θὰ ἦταν ἴσως τόσο εὐχερὴς ἡ πορεία πρὸς τὴν ἄρση τοῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος.

Στὸ ἐν λόγῳ γράμμα, ποὺ φέρει ἡμερομηνία 14 Μαρτίου 1930, ὁ Μητροπολίτης Βιδυνίου ἀναφερόταν μὲ λίαν κολακευτικὰ λόγια στὴν συνάντηση καὶ γνωριμία του τὸ 1925, μὲ τὸν τότε Δέρκων Φώτιο, κατὰ τὶς τελετὲς ἐνθρονίσεως τοῦ Πατριάρχου Ῥουμανίας ἀφῆκεν ἐν ἡμῖν βαθεῖαν ἐντύπωσιν. Διότι ἐκ τῶν ἑλλήνων ἀρχιερέων αὐτόθι μόνον Ὑμεῖς ὑπήρξατε οὕτω φιλόφρων, ὥστε νὰ ἀνταλλάξητε μεθ᾽ ἡμῶν ἀγαθοὺς λόγους, ἐν οἷς ἡμεῖς διείδομεν μαρτυρίαν ἀγαθότητος καὶ τῆς εὐαγγελικῶς πεφωτισμένης ψυχῆς Ὑμῶν, καὶ ἀφοῦ εὐχόταν ὅπως ὁ Θεὸς ἐνίσχυσῃ τὸν νέο Προκαθήμενο τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν ὑψηλή του Πατριαρχικὴ διακονία, ὁ Βιδυνίου συνέχιζε παρατηρῶντας ὅτι τὸ μεγαλύτερο καὶ ἀξιολογώτερο ἔργο τοῦ Πατριάρχου θὰ ἦταν ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ὅπερ πάλιν θέλει σημαίνῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσχυρᾶς αὐτῶν ἠθικῆς δυνάμεως, πρὸς ἐπιτυχῆ ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀπιστίας, τῆς αἱρέσεως, καὶ τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου.

εὐχὴ τοῦ Μητροπολίτου Βιδυνίου δὲν ἔμεινε χωρὶς ἀνταπόκριση ἐκ μέρους τοῦ Πατριάρχου. Τουναντίον, θεωρῶντας ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Βουλγάρου ἱεράρχου ἀποτελοῦσε ἔμμεσο μέν, ἀλλὰ σαφὲς αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας του ὅπως ἀποκατασταθοῦν οἱ σχέσεις μεταξὺ Φαναρίου καὶ Σόφιας, Φώτιος ὁ Β´ ὑπερθεματίζει, παρατηρώντας ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ διευθετηθῇ ἡ ἐκ τῶν ἐκτάκτων γεγονότων προκληθεῖσα καὶ δημιουργηθεῖσα ἀνώμαλος ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις,... εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ἀποκατασταθῶσιν οἱ δεσμοὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητος, καὶ προβαίνει στὴν δήλωση αὐτὴ παρὰ τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα εἶχε ὑποστεῖ, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ Σχίσματος, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς του διακονίας στὴν Φιλιππούπολη. Ὅπως ἔγραφε πολὺ εὔστοχα ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Γεράσιμος Κονιδάρης, ἔπιε μέχρι τρυγὸς τὸ πικρὸν ποτήριον ὁ Φώτιος, καὶ ὅμως ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα ὁ ὑπέροχος Χριστιανὸς αὐτὸς Ἱεράρχης πρὶν ἀκόμη ἀνέλθη εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Καὶ ὅταν ἡ παμψηφία τῆς ἱεραρχίας τὸν ἀνεβίβασεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐμόχθησε καθ᾽ ὑπερβολὴν ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος μετ᾽ ἐκείνων οἵτινες τὸν ἐπότισαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη μὲ πολλὰς πικρίας. Διὰ τοῦτο ἐνέχει μεγίστην ἠθικὴν ἀξίαν ἡ προσπάθειά του εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἄρσεως τοῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος.

Σκιαγραφῶντας μὲ νοσταλγία τὸ πρόσωπο τοῦ τιμωμένου σήμερα Πατριάρχου, ὁ φίλος Μητροπολίτης Πέργης κ. Εὐάγγελος, παρατηρεῖ: Ἦταν ἕνας χρισμένος διάκονος τοῦ μυστηρίου τοῦ Θρόνου, ὁ Φώτιος. Ἕνας ταπεινὸς γίγαντας στολισμένος μὲ στίγματα αὐταπαρνήσεως, μὲ πικρὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν ἱερὸ ἡρωισμό του, ποὺ τελικὰ τὸν κατέφαγε. Καὶ πράγματι, ὁ εὐγενὴς καὶ εὐαίσθητος αὐτὸς ἐκκλησιαστικὸς Ἡγέτης, ὁ συνετὸς αὐτὸς καὶ ταγμένος στὴν διακονία τῆς πανορθοδοξίας Πρωθιεράρχης, φέρων τὰ στίγματα τοῦ παρελθόντος, ὤν ἀσθενοῦς κράσεως, κρατῶν μέχρι κεραίας ὅλας τὰς νηστείας, παρὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἰατρῶν, καὶ πάσχων ἐκ σοβαρᾶς παθήσεως, ἀπέθανε τὴν 29ην Δεκεμβρίου 1935, εἰς ἡλικίαν μόλις 61 ἐτῶν. Παρέδωκε τὸ πνεῦμα ἁγίως ζήσας, ἀξίως πατριαρχεύσας καὶ ὁσίως ἀποθανών, χωρὶς νὰ ἀξιωθῇ νὰ ὁλοκλήρωσῃ τὸ ἔργο του στὰ δύο μείζονα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τότε συνόλη τὴν Ὀρθοδοξία. Τουτέστι τὴν σύγκληση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου (ἢ Προσυνόδου), καὶ τὴν ἄρση τοῦ Βουλγαρικοῦ Σχίσματος. Διότι ἡ μὲν Προσύνοδος εἶχε ἀναβληθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φώτιο τὸ 1932 ἤδη δι᾽ εὐθετώτερον χρόνον, λόγῳ τῆς δυσκολίας πολλῶν ἐμπεριστάτων Ἐκκλησιῶν νὰ συμμετάσχουν στὸ Πανορθόδοξο αὐτὸ Σῶμα, τὸ δὲ Βουλγαρικὸ Σχίσμα εἶχε καὶ αὐτὸ ἀναβληθεῖ ἔπειτα ἀπὸ αἴτημα τῆς Βουλγαρικῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία φρονοῦσε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμένῃ εὐνοϊκώτερες ἡμέρες γιὰ τὴν ἤρεμη λύση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.

Καὶ τὸ μὲν Βουλγαρικὸ Σχίσμα ἤρθη ἔπειτα ἀπὸ δεκατρία ἔτη, στὶς 22 Φεβρουαρίου τοῦ 1945, ἐπὶ Πατριαρχίας Βενιαμίν τοῦ Α´, ἐνῷ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἀκόμη προετοιμάζεται, καὶ Κύριος οἶδε πότε θὰ συγκληθῇ!

Φώτιος ὁ Β´ ὑπῆρξε πράγματι ἕνας μεγάλος Πατριάρχης. Ὅπως ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἡ πρὸς τὴν Ἐκκλησία προσφορά του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἔργο του παραμένει, δυστυχῶς, ἄγνωστο σὲ πολλοὺς κύκλους, διορθοδόξους τε καὶ διαχριστιανικούς. Καὶ τὸ ὄνομά του σπανίως ἀναφέρεται ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ τῶν ζυμώσεων καὶ θετικῶν ἐξελίξεων στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα. Καὶ ὅμως, ὁ διορατικὸς αὐτὸς Πατριάρχης συνέβαλε ἀποφασιστικὰ καὶ μὲ σπάνια ἐπιδεξιότητα στὴν διασφάλιση καὶ ἐμπέδωση τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνεργῶντας ὡς εἰρηνοποιός, ἀλλὰ καὶ προβάλλοντας ταυτόχρονα τὴν πραγματικὴ διάσταση καὶ τὴν πραγματικὴ φύση τῆς διακονίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τὸν ὁποῖο ἐλάμπρυνε ἐπὶ μία πενταετία.

Περαίνων τὸν λόγον θὰ ἤθελα νὰ παραθέσῳ, δίκην κατακλεῖδος, αὐτὰ ποὺ ἔγραφε ἐπὶ τῇ πρὸς Κύριον ἐκδημίᾳ Φωτίου τοῦ Β´, ὁ χαρισματικὸς καὶ σοφὸς πάλαι ποτὲ Ποιμενάρχης τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς, ὁ ἀείμνηστος Δωρόθεος. Ἡ ψυχή του, ἔλεγε, ἀνέβη εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ συμπλήρωσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς Ἐκκλησίας τὸν νεώτερον ἀστερισμόν της. Προσετέθη εἰς τὸ συγκρότημα τῶν τελευταίων Πατριαρχῶν της. Γρηγορίου τοῦ Ζ´, Κωνσταντίνου τοῦ ΣΤ´, Βασιλείου τοῦ Γ´. Πατριαρχῶν οἱ ὁποῖοι θεμελιώνουν τὴν νέαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου περίοδον καὶ σφραγίζουν τὸ ἀκραιφνὲς τῆς οὐσίας της. Πατριαρχῶν οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὴν ἀοριστίαν πλάθουν τὸν ἄρτον τὸν στηρίζοντα. Ὑφαίνουν τὸ ἔνδυμα τὸ θερμαῖνον. Πατριαρχῶν οἱ ὁποῖοι γίνονται ἡ νέα κοίτη τοῦ ποταμοῦ τῆς Ἐκκλησίας.Καὶ προσέχουν νὰ μὴ ἀπολεσθῇ μηδὲ σταγὼν ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν οὐσίαν της.

Στὸ ἱστορικὸ καὶ ὑπεύθυνο αὐτὸ ἔργο τῆς διασφαλίσεως καὶ τῆς προβολῆς τῶν προνομίων τοῦ Πρώτου τῆς Ὀρθοδοξίας Θρόνου, ὅπως καὶ σὲ ἐκεῖνο τῆς ἀνυστερόβουλης διακονίας τοῦ Φαναρίου ὑπὲρ εὐσταθίας τῶν κατὰ τόπους Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὁ ἐκλεκτὸς αὐτὸς γόνος τῆς Πριγκήπου καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Φώτιος ὁ Β´ ὄντως διέπρεψε καὶ ἀφῆκεν ἐποχή.

Ν εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία! 

π. Γεώργιος Τσέτσης



ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Ἐκκλησιαστικαὶ Εἰδήσεις
ΗΧΩ, Δευτέρα, 10 Ἰουλίου 2006
 

Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἀνταποκρινόμενος εἰς εὐλαβῆ πρόσκλησιν τοῦ οἰκείου Ποιμενάρχου Σεβ. Μητροπολίτου Πριγκηποννήσων κ. Ἰακώβου, ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Κοινότητος τῆς νήσου Πριγκήπου, κατὰ τὸν Μ. Ἑσπερινὸν τοῦ Σαββάτου, 8ης ἰδίου, ἐν τῷ τέλει τοῦ ὁποίου ἔψαλε Τρισάγιον ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου Αὐτοῦ Πατριάρχου Φωτίου τοῦ Β´, γόνου τῆς Κοινότητος, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει ἑβδομηκονταετίας ἀπὸ τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας αὐτοῦ.

Παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Πέργης κ. Εὐάγγελος, Θεοδωρουπόλεως κ. Γερμανός, Μοσχονησίων κ. Ἀπόστολος καὶ Ἐδέσσης καὶ Πέλλης κ. Ἰωήλ, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὡς ἄνω παραγόντων τῆς κατ᾽ αὐτὸν Ἐπαρχίας, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλοι τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας καὶ πλῆθος πιστῶν.

Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸν ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς προσωπικότητος καὶ τοῦ ἔργου τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων κ. Ἰάκωβος, ὁ Αἰδεσιμολ. Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος κ. Γεώργιος Τσέτσης, καὶ ὁ Πατριάρχης.

πηκολούθησε δεξίωσις καὶ δεῖπνον παρατεθὲν ὑπὸ τοῦ Σεβ. Ποιμενάρχου.

ν συνεχείᾳ ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, διεπεραιώθη εἰς τὴν νῆσον Χάλκην καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίας Τριάδος, ἔνθα παρέστη συμπροσευχόμενος ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος αὐτῆς, κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑπομένης Κυριακῆς, 9ης τ.μ., κατελθὼν ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς εἰς τὰ Πατριαρχεῖα τὴν Δευτέραν, 10ην ἰδίου.

 

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
ΜΝΗΜΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΦΩΤΙΟΥ Β'
ΣΤΗΝ ΠΡΙΓΚΗΠΟ

Κατόπιν πρωτοβουλίας τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πριγκηποννήσων κ. Ἰακώβου, καὶ μὲ τὶς εὐλογίες τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, τὸ Σάββατο 8 Ἰουλίου 2006, πραγματοποιήθηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πριγκήπου ἐπιμνημόσυνος τελετή, ἐπὶ τῇ 70ῇ ἐπετείῳ ἀπὸ τῆς πρὸς Κύριον ἐκδημίας τοῦ μακαριστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β´, τοῦ Μανιάτη. Τῆς τελετῆς προηγήθη Μέγας Ἑσπερινός, χοροστατοῦντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐτέλεσε Τρισάγιο μετὰ κολλύβων εἰς μνήμην τοῦ τιμωμένου ἐπιφανοῦς Προκατόχου του, καὶ ἐκλεκτοῦ γόνου τῆς νήσου Πριγκήπου.

Τὴν ἔναρξι τῆς ὀφειλετικῆς αὐτῆς ἐκδηλώσεως ἔκαμε μὲ λογίδριό του ὁ οἰκεῖος Ποιμενάρχης, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πρῶτα ἐξέφρασε θερμὲς εὐχαριστίες πρὸς τὴν Α. Θ. Παναγιότητα, τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη γιὰ τὴν παρουσία του στὴν σεμνὴ αὐτὴ τελετή, ὡμίλησε συντόμως, ἐξαίρων τὴν πολύπλευρη προσωπικότητα Φωτίου τοῦ Β´.

ν συνεχείᾳ, τὸν λόγον ἔλαβε ὁ διατελέσας Ἀρχιδιάκονος τῆς Μητρ. Πριγκηποννήσων (1961-1964), Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεώργιος Τσέτσης, προκειμένου ὅπως, Σεπτῇ Πατριαρχικῇ ἐντολῇ, ἐκφώνησῃ τὸν ἐγκωμιαστικὸ λόγο τῆς ἡμέρας. Στὴν ὁμιλία του, τιτλοφορουμένη Φώτιος ὁ Β' καὶ ἡ Ἑνότης τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ π. Γ. Τσέτσης ἀνεφέρθη κυρίως στὶς πρωτοβουλίες ἐκεῖνες τοῦ ρηξικέλευθου αὐτοῦ Πατριάρχου, οἱ ὁποῖες ἀπέβλεπαν στὴν διασφάλιση τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σὲ τοπικὸ καὶ σὲ Διορθόδοξο ἐπίπεδο. Συγκεκριμένα, ὁ ὁμιλητὴς ἀνέπτυξε τὰ ὅσα ἔπραξε ὁ ἀείμνηστος Πατριάρχης Φώτιος Β´ κατὰ τὸ σύντομο διάστημα τῆς πατριαρχίας του (7 Ὀκτωβρίου 1929 - 29 Δεκεμβρίου 1935), στὸ ζωτικὸ καὶ ἐπεῖγον ζήτημα τοῦ νοικοκυρεύματoς τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδοξίας:

α) παρέχοντας κανονικὴ κάλυψη στὰ Ὀρθόδοξα ἐκεῖνα ἐκκλησιαστικὰ σχήματα ποὺ βρίσκονταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μετέωρα στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερική.

β) παρεμβαίνοντας, δίκην εἰρηνοποιοῦ, σὲ ἐσωτερικὲς διαμάχες οἱ ὁποῖες ταλαιπωροῦσαν τότε διάφορες κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (Ἀντιοχείας, Κύπρου, Ἑλλάδος) καὶ

γ) προλειαίνοντας, μὲ σπάνια δεξιοτεχνία, τὸ ἔδαφος, γιὰ τὴν ἄρση τοῦ ἐπώδυνου Βουλγαρικοῦ Σχίσματος.

ἐπιμνημόσυνος αὐτὴ ἐκδήλωσις ἐπισφραγίσθηκε μὲ ὁμιλία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πρῶτα εὐχαρίστησε τὸν Μητροπολίτη Πριγκηποννήσων γιὰ τὴν ἐμπνευσμένη πρωτοβουλία του, ἀνεφέρθη ἀκολούθως στὸ πολυσχιδὲς ἔργο Φωτίου τοῦ Β´, κυρίως δὲ στὸν ἐπίμονο, καὶ τελικὰ ἐπιτυχῆ, ἀγῶνα του ὅπως ἀναγνωρισθῇ ἡ Πατριαρχική του ἰδιότης ἀπὸ τὶς Τουρκικὲς Ἀρχές, οἱ ὁποῖες ἐπὶ πολὺ καιρὸ τὸν θεωροῦσαν καὶ τὸν χαρακτήριζαν ἁπλῶς ὡς πρωτόπαπα τοῦ ἐν Φαναρίῳ Ρωμαίηκου Πατριαρχείου.

Στὴν σεμνὴ αὐτὴ τελετὴ παρέστησαν Ἱεράρχαι τοῦ Θρόνου, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἐδέσσης καὶ Πέλλης κ. Ἰωήλ, ἐπὶ κεφαλῆς κλιμακίου Νομαρχῶν, Δημάρχων καὶ πιστῶν τῆς περιοχῆς του, Κληρικοὶ τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς, τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλοι, καὶ πολλοὶ προσκυνηταὶ ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκδηλώσεως, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων καὶ ἡ περὶ αὐτὸν Ἐφοροεπιτροπὴ τῆς Κοινότητος Πριγκήπου, παρέθεσαν, στὴν παρακείμενη νῆσο Ἀντιρόβυθο, δεῖπνο πρὸς τιμὴν τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν λοιπῶν ἐπισήμων προσκεκλημένων.