Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Χαιρετισμός

ΜΟΝΗ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΡΗΜΝΟΥ

Μετόχιον τοῦ Παναγίου Τάφου,
Ἐξαρχία τοῦ Παναγίου Τάφου
 

( Μεταβυζαντινοί Χρόνοι )

Μερικοὶ συγγραφεῖς ταυτίζουν τὴν μονὴν αὐτὴν πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν βυζαντινῶν ἀναφερομένην μονὴν τοῦ ὁσίου Ἀκεψιμᾶ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως δύσκολον νὰ ἀποδειχθῆ.

Αὐτὴ κεῖται εἰς τὰ νοτιοανατολικὰ τῆς νήσου, ἐπάνω εἰς ἕνα κρημνώδη βράχον, ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κρημνοῦ. Κατὰ τὸ 1822 ἕνας προνοητικὸς ἡγούμενος ἔκτισε τὴν περὶ τὸν κρημνὸν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζοντο τὰ κτίρια τῆς μονῆς. Εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν ὑπῆρχε τὸ ἁγίασμα τῆς ἁγίας Εὐφημίας, σήμερα μέσα εἰς τὰ ὅρια τῆς ναυτικῆς σχολῆς.

μονὴ τιμᾶται εἰς τὴν μνήμην τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μὲ τὸν ἱερὸν ναὸν καὶ τὰ πέριξ αὐτοῦ κτίσματα. Ὁ ναὸς εἶναι ὡραῖον κτίσμα εἰς σχῆμα βασιλικῆς, περιβαλλόμενος ἀπὸ τὰ ἄλλα κτίσματα, ποὺ ἀποτελοῦν θαυμάσιον δεῖγμα τῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ τέλους τοῦ ΙΘ´ αἰῶνος.

Παλαιότερον ἧτο σταυροπηγιακὴ μονὴ τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, κατόπιν δὲ ἐγένετο ἐνοριακὴ τῆς μητροπόλεως Χαλκηδόνος. Κατὰ τὸν Ἀθανάσιον Κομνηνὸν Ὑψηλάντην:
Τὴν νῆσον οὖν τῆς Πρώτης καὶ τὸ κατ᾽ αὐτὴν μοναστήριον, ὁμοίως καὶ τὸ μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὸ κατὰ τὴν Χάλκην (σταυροπηγιακὸν ὑπάρχον κι αὐτὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας), τὰ οἰκειοποιήθη ὁ Ἰωαννίκιος ὡς μητροπολίτης Χαλκηδόνος, μάλιστα τὸ τῆς Πρώτης ὡς ἀγορασθὲν μὲ δανειακὰ ἄσπρα τῆς μητροπόλεως, Ὅθεν ἐλάμβανε καὶ ἐκαρποῦτο ἐτησίως τὰ παρ᾽ αὐτῶν εἰσοδήματα. Πωλήσας δὲ καὶ τινας τόπους παραλίους καὶ τινας ἀγρούς τοὺς κατὰ τὴν νῆσον Χάλκην καθωσιωμένους τῷ μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἔκαμε μικρὰν ἐπισκευὴν τοῦ μοναστηρίου.

πὸ αὐτὴν τὴν παραπομπὴν καὶ ἄλλας παρομοίας φύσεως ἐξάγεται ὅτι ἡ μονή, ἡ ὁποία προηγουμένως ἧτο πατριαρχικὸν σταυροπήγιον, ἠγοράσθη ἀπὸ τὸν Χαλκηδόνος Ἰωαννίκιον, μετέπειτα οἰκουμενικὸν πατριάρχην, καὶ μετετράπη εἰς ἐνοριακὸν τῆς μητροπόλεως Χαλκηδόνος. Ὁ Ἰωαννίκιος (θάν. 1793) προέβη καὶ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν αὐτῆς.

ἀπὸ προεδρικῶς Χαλκηδόνος Ἰωαννίκιος Γ´ ὁ Καρατζᾶς ἀνῆλθεν εἰς τὸν οἰκουμενικὸν θρόνον τὸ 1761 καὶ παρέμεινεν εἰς αὐτὸν μέχρι τοῦ 1763. Ἐστάλη εἰς ἐξορίαν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ μετὰ ἕν ἔτος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ΚΠολιν καὶ διῆλθε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του εἰς τὴν Χάλκην, μέχρι τοῦ θανάτου του (1793), παραμείνας εἰς τὴν μονὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τὴν κάτωθι αὐτοῦ παρὰ τὴν σημερινὴν ναυτικὴν σχολὴν κατοικίαν του.

Τὸ 1761 ἀνωκοδόμησεν ἐκ θεμελίων τὸν ναὸν τῆς μονῆς. Ἐφύτευσε τὰς δύο δενδροστοιχίας ἀπὸ κυπαρίσσια, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία ἤνωνε τὰ πρόθυρα τῆς μονῆς πρὸς τὴν κωμόπολιν ἡ δὲ ἄλλη ἔφερε πρὸς τὴν οἰκίαν του. Ἀφιέρωσε τὴν μονὴν εἰς τὸν πανάγιον τάφον καὶ ἔκτοτε παραμένει αὕτη μετόχιον ἢ ἐξαρχία τούτου. Ἀπέθανε τὸ 1793 καὶ ἐτάφη εἰς τὸ μέσον τοῦ ἱεροῦ μοναστηριακοῦ ναοῦ. Εἰς τὸν νάρθηκα τοῦ ναοῦ σώζονται διάφορα ἐπιγράμματα ἀφιερούμενα εἰς τὸν Ἰωαννίκιον Καρατζᾶν. Ἀπὸ αὐτὰ σημειώνονται μερικά.

Κεῖται εὐσεβῶς ἐνθάδ᾽ ὁ Πατριάρχης
Οἰκουμενικὸς ὁ Καρατζᾶς τῷ γένει
κυρ Ἰωαννίκιος, ἄξιος μνήμης
ὡς κτίτωρ αὐτῆς τῆς Μονῆς Γεωργίου
Μνήσθητι Κύριε διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Σου,
τοῦ δούλου Σου Ἰωαννικίου Πατριάρχου,
τὸν κατὰ κόσμον Καρατζᾶ,
καὶ κτήτορος τῆς σεβασμίας μονῆς ταύτης
8 Σεπτ. 1764.

παλαιὸς ναὸς ἐκάη τὴν νύκτα τῆς 14ης Ἀπριλίου 1881, ἡμέραν Τρίτην. Οὗτος ἀνωκοδομήθη μετὰ ἕνα περίπου χρόνον. Τὰ ἐγκαίνια τοῦ νέου ναοῦ ἐγένοντο τὴν 23ην Ἀπριλίου 1882. Ἐκτίσθη δὲ μὲ τὸν ζῆλον τοῦ τότε ἐπιτροπεύοντος μητροπολίτου Σκυθουπόλεως Γερασίμου.

πρώην Ἱεροσολύμων Κύριλλος Β´ (1845-1872) ἔκτισε τὰ μέχρι πρὸ ὀλίγων χρόνων ὑφιστάμενα λίθινα οἰκήματα, τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὰ πρὸς τὰ ἀριστερὰ κατὰ τὴν ἔξοδον πρὸς τὸ χωρίον ὁδόν. Τὸ 1950 ἡ ναυτικὴ σχολὴ κατέλαβεν ὅλας τὰς πέριξ τῆς ἱερᾶς μονῆς περιοχάς, καθὼς ἐπίσης τὸ 1980 τὰ προαναφερθέντα 7 οἰκήματα, εἰς τὴν θέσιν τῶν ὁποίων ἐκτίσθησαν μεγάλαι ἐγκαταστάσεις.

ἴδιος πατριάρχης τὸ 1863 ἀνεκαίνισε τὸν ἱερὸν ναόν, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα μικρότερα οἰκήματα. Παρόμοιον ἔργον ἔκαμε ὁ πατρ.ἐπίτροπος Πορφυρουπόλεως Ἰωάννης (1942-1986).

Συνεχίζεται τὸ ἀνακαινιστικὸν ἔργον ἀπὸ τὸν διάδοχόν του ἐπίσκοπον Ἰαμνείας Θεοφάνην. Πρόκειται νὰ τοποθετηθῇ ἑτέρα πλὰξ μὲ τὴν ἐπιγραφήν:

Τόδε τὸ ἱερὸν μετόχιον τοῦ Παναγίου Τάφου
Ἀνεκαινίσθη ἐπὶ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Διόδωρου καὶ Ἐπιτρόπου αὐτοῦ ἐνταῦθα Ἐπισκόπου Ἰαμνείας ΘεοφάνουςΔαπάναις τοῦ ἱεροῦ Κοινοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου Ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1988.

ναὸς ὅπως ἐλέχθη εἶναι κτίσμα ὡραῖον, σὲ σχῆμα βασιλικῆς μετὰ τρούλλου, περιποιημένος καὶ μὲ ὡραίας εἰκόνας, καὶ τὰ γύρω κτίσματα τῆς μονῆς ἀποτελοῦν θαυμάσιον δεῖγμα τῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῶν ἀρχοντικῶν τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Ἀριστείδης Πασαδαῖος εὑρίσκει ὁμοιότητας μεταξὺ τῶν δυὸ μονῶν τῆς Χάλκης, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Κρημνοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Διώροφη ἡ μονὴ αὐτή, ὅπως καὶ ἡ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔχει, ὅπως ἐκείνη, λίθινο ἰσόγειο ὅπου ἀνοίγονται στὴν ἀνώτερη στάθμη του ἀραιὰ τοποθετημένα παράθυρα, ποὺ βρίσκονται σὲ ἐπαφὴ πρὸς τὸ ἀνώτερο ξύλινο ὄροφο, ὅπως καὶ στὴ σχολή.

Ἡ ὁμοιότητα ἀνάμεσα στὰ δύο κτίρια εἶναι τόση, ὥστε νὰ ἀναζητεῖ κανεὶς αὐθόρμητα σ᾽ αὐτὰ - ἀφοῦ μάλιστα βρίσκονται καὶ στὸν ἴδιο τόπο - κάποιαν ἀλληλεπίδραση. Ἀναρωτιέται δηλαδή, μήπως ἡ μονὴ τοῦ Κρημνοῦ χρησίμευσε σὰν πρότυπο γιὰ τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν αὐτὴ ἀνακαινίζονταν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γερμανό τὸν Δ´. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ συμβαίνει καὶ τὸ ἀντίθετο. Ἡ Ἁγία Τριάδα δηλαδὴ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μητροφάνη νὰ χρησίμευσε σὰν πρότυπο στὸν Κρημνὸ καὶ ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ὁ Δ´, ξανακτίζοντάς την, νὰ ἔμεινε πιστὸς στὴν παλιά της μορφή
.

Στὰ τέλη τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος γίνεται μνεία ἑνὸς ἀλληλοδιδακτικοῦ σχολείου, ποὺ ἱδρύθη ἀπὸ τὸν ΚΠόλεως Ἰωαννίκιον καὶ ἐλειτούργησε μέσα στὴν μονὴν αὐτήν. Ἴσως νὰ ἀποτελῇ τὸ πρῶτον παρόμοιας φύσεως σχολεῖον ποὺ ὑφίστατο εἰς τὴν Χάλκην.

Εἰς τὴν μονὴν αὐτὴν ὑπῆρχον διάφοροι δεξαμεναί.

Εἰς τὸν πρὸ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς μονῆς χῶρον ὑπάρχει μεγαλοπρεπὲς μαυσωλεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη ὑπὸ τοῦ εἰς τὴν Κίον ὑποπροξένου τῆς Ἀγγλίας Σπυρίδωνος Καγκελάρη, ὁ ὁποῖος ἔβαλεν ἐκεῖ τὸ λείψανον τῆς συζύγου Σεβαστῆς καὶ ἀργότερον τὸ ἰδικόν του.

νόματα ἡγουμένων ἀναφέρονται τὰ κάτωθι:

Ἀρσένιος, 1593.
Δανιήλ, δωδεκάχρονος ἡγουμενία, 1805.
Προκόπιος ὁ Ἀράπογλου ὁ Ναζιανζηνός.
Βασίλειος ἀρχιμανδρίτης.
Ἀρχιμανδρίτης Χριστόφορος ὁ Ἀτταλεύς.
Ἰωαννίκιος ὁ ἐκ Πόντου.
Ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος Παπαματθαίου ἀπὸ τὰ Γανόχωρα.
Νικηφόρος ὁ ἐκ Ῥαιδεστοῦ, μέχρι τοῦ 1874.
Ἀρχιμανδρίτης Μακάριος ὁ ἐκ Κύπρου, 1874-1879.
Ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος Παπαματθαίου, πάλιν, 1879-1890.
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νικόδημος ἔρχεται εἰς τὴν μονήν, καταργεῖ τὴν ἡγουμενίαν καὶ λαμβάνει τὴν μόνιμον κυριαρχίαν αὐτῆς,  1890-1910.
Κελαδίων, πρὸ τοῦ Α´ παγκοσμίου πολέμου (1914-1918).
Ἀρχιμανδρίτης Γερμανὸς Ἀποστολάτος ὁ Ἀλικαρνασσεύς, 1910-1917.
Ἀρχιμανδρίτης Βαρλαάμ, 1918-1937.
(Βλαδίμηρος Μιρμίρογλου, Μέγας Ῥήτωρ).
(Μοναχὴ Ἀσπασία).
Ἰωάννης Οἰκονομίδης, ἱερομόναχος καὶ ἐπίσκοπος Πορφυρουπόλεως, 1942-1986.
Ἐπίσκοπος Ἰαμνείας Θεοφάνης, πρότερον ἀρχιμανδρίτης,  Μάρτιος 1987

Εἰς τὸν νάρθηκα καὶ τὸν αὐλόγυρον τοῦ ναοῦ εὑρίσκονται διάφοροι τάφοι:

Ὀ ΚΠόλεως Ἰωαννίκιος Γ´ (1761-1763), θάν. 20 Σεπτεμβρίου 1793.
ΚΠόλεως Σεραφεὶμ Β´ (1757-1761).Ἀπόστολος Ἄνδρος, 1856.
Μητροπολίτης Νεαπόλεως Ἀρσένιος, 1845-17 Αὐγούστου 1910.
Ἀντιοχείας Σπυρίδων (1891-1897), 1840-1921.
Ἱεροσολύμων Νικόδημος Α´ (1883-1890), 18 Νοεμβρίου 1828-5 Φεβρουαρίου 1910.
Κωστάκης Ἀνθόπουλος Πασᾶς, πρέσβυς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας εἰς τὴν Ἀγγλίαν, 1838-1902.
Παναγιώτης Δ. Μηλιώτης, 1809-22 Αὐγούστου 1876.
Μαρία Π. Μηλιώτου (σύζυγος τοῦ ὡς ἄνω), 1811-18 Φεβρουαρίου 1889.

Εἰς ἰδιαίτερον νεκροταφεῖον πρὸς τὴν θάλασσαν, ὡς ἐλέγετο τῶν λογάδων ἁγιοταφιτῶν ὑπῆρχον οἱ τάφοι ὡρισμένων προσώπων:

Μοναχὸς Πορφύριος ἐκ Σωζουπόλεως, 1850.
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Ἁγιοταφίτης, 1854.
Ἱεροδιάκονος Φώτιος, ἀνεψιός του ὡς ἄνω.
Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Κλεώπας, 1861.
Ἀρχιμανδρίτης Ἰάκωβος, ἡγούμενος τοῦ ἁγιοταφιτικοῦ μετοχίου τοῦ Φαναρίου, 1874.
Ἀρχιμανδρίτης Χριστόφορος ὁ Ἀτταλεύς, προηγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Κρημνοῦ, 1880.
Ἀρχιμανδρίτης Κύριλλος Βαλαβάνης, 1889.
Ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος Παπαματθαίου, 1892.
Παῦλος Νεοκλῆς, ἀρχιγραμματεὺς τὸν ἁγιοταφιτικοὺ μετοχίου τοῦ Φαναρίου, 1903.
Ἄρχων Πρωτοψάλτης Κωνσταντῖνος, 1862.
Ἀντώνιος Κάρολος (τύμβος ποὺ ἔπεσεν εἰς τὸν σεισμὸν τοῦ  1894), 1872.
Ἀναστάσιος Ἠφαιστίδης (οἰκογένεια τῶν Ἐξερτζήδων), τύμβος, 1889.
Νικόλαος Βερνίκος, ἐφοροεπίτροπος τῶν σχολῶν, 1901.
Λεόντιος Τζανέτος, 1901.
Κωνσταντῖνος Στρούμσκης, τετραετὴς υἱός τοῦ εἰς τὴν Χάλκην ἰατροῦ Ζαχαρίου Στρούμσκη, 1864.
Νικόλαος Θ. Βεγλερής.