Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Χαιρετισμός

ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ

( Μεταβυζαντινοί Χρόνοι )

Εἶναι μία πατριαρχικὴ καὶ σταυροπηγιακὴ σκήτη. Ἱδρύθη ἀπὸ τὸν ἀναχωρητὴν πατέρα Ἀρσένιον (κατὰ κόσμον Ἀναστάσιον), ἐκ Πλατάνου τῶν Γανοχώρων τῆς Θράκης (1840-1906). Οὗτος ἠσκήθη πλησίον τοῦ πνευματικοῦ ἀνδρὸς Εὐστρατίου τοῦ Καστορέως, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐγκαταστήσει σωματεῖον εὐσεβῶν ἀσκητῶν εἰς τὴν νῆσον Χάλκην. Ἐν τῷ μεταξύ, χειροτονηθεὶς εἰς διάκονον καὶ πρεσβύτερον, προχειρισθεὶς δὲ εἰς ἀρχιμανδρίτην, προσελήφθη ὡς ἐφημέριος εἰς τὴν ἐμπορικὴν σχολὴν τῆς Χάλκης, εἰς τὴν ἱερὰν Μονὴν Παναγίας Καμαριωτίσσης, διευθυντοῦ ὄντος τοῦ κεφαλλῆνος ἀρχιμαν. Ἀνθίμου τοῦ Μαζαράκη (μετέπειτα Σελευκείας).

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πνευματικοῦ πατρὸς Εὐστρατίου τὸ 1863 καὶ τὴν ἐγκατάστασιν εἰς τὴν κέλλαν τοῦ Εὐστρατίου τοῦ μοναχοῦ Μακαρίου ἐκ 40 Ἐκκλησιῶν, ὁ Σελευκείας Ἄνθιμος παρώτρυνε τὸν πατέρα Ἀρσένιον νὰ θέσῃ τὸ 1868 τὸν θεμέλιον λίθον τῆς μικρᾶς διαστάσεως πενιχρᾶς σκήτης του. Ἡ σκήτη αὕτη ἐθεμελιώθη εἰς ἕνα λόφον (μίαν βουνοκορφήν), ποὺ δεσπόζει σχεδὸν στὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς κάβους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ στόμιον τοῦ Τσὰμ λιμανιοῦ. Μὲ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Ἀνθίμου Μαζαράκη ἡ σκήτη καὶ ὁ ναὸς ἀφιερώθησαν εἰς τὸν ἐκ Κεφαλληνίας Ἅγιον Σπυρίδωνα.

πατὴρ Ἀρσένιος ἐπέδειξε σπουδαίαν πνευματικὴν δρᾶσιν εἰς μεγάλην ἀκτῖνα. Ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ Γερμανοῦ Γρηγορᾶ ἧτο ὁ πνευματικὸς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης. Ἀπὸ τὸ πενιχρὸν ταμεῖον τῆς σκήτης (τὸ ἰδικόν του) ὑπεστήριξε πολλοὺς μαθητὰς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀνεδείχθησαν ἀργότερα.

τρομερὸς σεισμὸς τοῦ 1894 ἰσοπέδωσε τὴν σκήτην ταύτην. Τότε ὁ σουλτάνος Ἀβδοὺλ Χαμὶτ τοῦ ἔστειλε 200 χρυσᾶς λίρας. Ἐπίσης διάφοροι φιλάνθρωποι προσέφεραν τὰς εἰσφοράς των καὶ ἔτσι ἐκτίσθη ὁ νέος ναός, διπλάσιος ἀπὸ τὸν προηγούμενον, καθὼς καὶ τὸ ὅλον συγκρότημα τῆς σκήτης, ὅπως παραμένει σήμερον.

Εἰς τὴν πρώτην καλύβην ὑπῆρχεν ἡ ἐπιγραφή:

ΝΗΟΝ ΤΟΝ Δ´ ΙΕΡΟΝ ΙΑ ΘΕῼ ΣΠΥΡΙΔΩΝΙ ΑΝΑΚΤΟΣ
ΠΑΝΣΘΕΝΕΩΣ. ΘΕΡΑΠΩΝ ΔΕΙΜΑΤΟ ΑΡΣΕΝΙΟΣ

Διερρυθμίσθησαν οἱ πέριξ χῶροι. Ἠνοίχθησαν τρεῖς δεξαμεναί. Πρὸς τὴν παραλίαν διεμορφώθη τὸ νεκροταφεῖον τῆς σκήτεως.

μοναχὸς Ἀρσένιος ἀπέθανε τὴν 2αν Φεβρουαρίου 1906. Τὸ σκῆνος του ἐκηδεύθη καὶ ἐτάφη παραπλεύρως τῆς βόρειας πλευρᾶς τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ ναϊδίου. Γενομένης δὲ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων αὐτοῦ τὸ 1913 ὑπὸ τοῦ ἐκ τῶν ὑποτρόφων αὐτοῦ μητροπολίτου Κασσανδρείας Εἰρηναίου Παντολέοντος (ἐκ Χάλκης) τὰ ὀστᾶ του ἐναπετέθησαν εἰς τὴν κάτωθι τῆς ἁγίας τραπέζης κρύπτην, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος εἶχε προετοιμάσει.

Τοσαύτη ὑπῆρξεν ἡ φήμη τοῦ Ἀρσενίου, ὥστε ἡ ἱερὰ σκήτη νὰ γνωρίζεται ὡς ὁ Ἀρσένιος.

Τὴν ἐπιστασίαν τῆς ἱερᾶς σκήτης ἀνέλαβον:

ὁ ἀρχιμανδρίτης Κωνστάντιος, πρὸ τοῦ 1919
ὁ ἀρχιμανδρίτης Κυπριανὸς Στυλιανίδης, 1933-1963
(ὡς καὶ τὴν ἐποπτείαν καὶ παρακολούθησιν) ὁ ἐπίσκοπος Κλαυδιουπόλεως Ἀνδρέας Παντολέοντος, διευθυντὴς τοῦ γυμνασιακοῦ τμήματος τῆς ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης, ὁ ὁποῖος ἀνεκαίνισεν ἐκ βάθρων ταύτην (1911 - 12 Ἀπριλίου 1978).